Κατεβαίνει από τη συμβολή του σώματος με τη μείζονα πτέρυγα και χωρίζεται σε έσω και έξω πέταλο, που ενώνονται μπροστά και αφήνουν πίσω τους τον πτερυγοειδή βόθρο. Το έσω πέταλο, στενότερο και μακρύτερο, καταλήγει στο πτερυγοειδές άγκιστρο· το έξω, πλατύτερο, είναι το έσω τοίχωμα του υποκροτάφιου βόθρου. Στη ρίζα της απόφυσης ο πτερυγοειδής πόρος.
Προσφύσεις
Στην έξω επιφάνεια του έξω πετάλου ο έξω πτερυγοειδής, στην έσω επιφάνειά του ο έσω πτερυγοειδής· στο άγκιστρο ο αγκιστρογναθικός σύνδεσμος, και γύρω του γυρίζει ο τένοντας του τείνοντος την υπερώα.
Βιβλιογραφία: Ε. Δ. Κατρίτσης, Ν. Ι. Παπαδόπουλος, «Ανατομική του ανθρώπου», Βιβλίο Ι: Γενικό μέρος, Οστεολογία – Αρθρολογία, Ιατρικές εκδόσεις Λίτσας, Αθήνα 2002, σ. 82, 94.