Αναγνωρίζεται από το μεγάλο, νεφροειδές σώμα χωρίς πλευρικές επιφάνειες, την πλατιά, τετράπλευρη ακανθώδη απόφυση που φέρεται οριζόντια προς τα πίσω, και τις σχεδόν οβελιαίες αρθρικές επιφάνειες: οι άνω, κοίλες, βλέπουν προς τα έσω, οι κάτω, κυρτές, προς τα έξω, και κλειδώνουν μεταξύ τους εμποδίζοντας τη στροφή. Οι αυχένες και τα πέταλα είναι παχιά, το σπονδυλικό τρήμα τριγωνικό, οι εγκάρσιες αποφύσεις μακριές και λεπτές. Η θηλοειδής απόφυση, στο πίσω χείλος της άνω αρθρικής απόφυσης, και η επικουρική, στη βάση της εγκάρσιας, δίνουν πρόσφυση σε εν τω βάθει μύες της ράχης, τον πολυσχιδή και τους μεσεγκάρσιους.
Κλινική σημασία
Στην οσφυϊκή μοίρα συμβαίνουν οι περισσότερες κήλες μεσοσπονδύλιου δίσκου (Ο4–Ο5, Ο5–Ι1). Η οσφυονωτιαία παρακέντηση γίνεται κάτω από το τέλος του νωτιαίου μυελού, στο διάστημα Ο3–Ο4 ή Ο4–Ο5.
Βιβλιογραφία: Ε. Δ. Κατρίτσης, Ν. Ι. Παπαδόπουλος, «Ανατομική του ανθρώπου», Βιβλίο Ι: Γενικό μέρος, Οστεολογία – Αρθρολογία, Ιατρικές εκδόσεις Λίτσας, Αθήνα 2002, σ. 104.