Λοξή σχισμοειδής δίοδος στο κατώτερο τμήμα του πρόσθιου κοιλιακού τοιχώματος.
Όρια
Πρόσθιο τοίχωμα: η απονεύρωση του έξω λοξού, ενισχυμένη στο έξω τριτημόριο από ίνες του έσω λοξού. Οπίσθιο τοίχωμα: η εγκάρσια περιτονία, ενισχυμένη στο έσω τριτημόριο από τον σύμπλοκο τένοντα. Στόμια: το έσω, στην εγκάρσια περιτονία, περίπου 1,5 cm πάνω από το μέσο του βουβωνικού συνδέσμου· το έξω, στην απονεύρωση του έξω λοξού, πάνω και έξω από το ηβικό φύμα.
Έδαφος
Το αυλακωτό έσω ήμισυ του βουβωνικού συνδέσμου, με τον βοθριαίο σύνδεσμο στο έσω άκρο.
Οροφή
Οι τοξοειδείς κατώτερες ίνες του έσω λοξού και του εγκάρσιου κοιλιακού.
Περιεχόμενο
σπερματικός τόνος στον άνδρα, στρογγυλός σύνδεσμος της μήτρας στη γυναίκα
λαγονοβουβωνικό νεύρο, που βγαίνει από το έξω στόμιο
γεννητικός κλάδος του αιδοιομηρικού νεύρου
Μήκους περίπου 4 cm, πορεύεται λοξά προς τα κάτω και έσω, πάνω από το έσω ήμισυ του βουβωνικού συνδέσμου. Αντέχει στην πίεση γιατί τα δύο στόμια δεν βρίσκονται το ένα απέναντι στο άλλο: πίσω από το έξω στόμιο το τοίχωμα το ενισχύει ο σύμπλοκος τένοντας, μπροστά από το έσω ο έσω λοξός, και όταν αυξάνεται η ενδοκοιλιακή πίεση οι μύες της οροφής κατεβαίνουν και σφίγγουν τον πόρο. Η λοξή (έξω) βουβωνοκήλη μπαίνει από το έσω στόμιο, έξω από τα κάτω επιγάστρια αγγεία, διατρέχει τον πόρο και μπορεί να κατέβει στο όσχεο· η ευθεία (έσω) κήλη προβάλλει από το οπίσθιο τοίχωμα, έσω από τα αγγεία, και σπάνια φτάνει στο όσχεο. Στην οσχεοκήλη ο σπερματικός τόνος δεν ψηλαφάται χωριστά στη ρίζα του οσχέου, ενώ στην υδροκήλη, όπου υγρό μαζεύεται μέσα στον ιδίως ελυτροειδή χιτώνα, ψηλαφάται ελεύθερος.
Ευένδοτη θέση, όπου εμφανίζονται οι βουβωνοκήλες.
Βιβλιογραφία: Ε. Δ. Κατρίτσης, Ν. Ι. Παπαδόπουλος, «Ανατομική του ανθρώπου», Βιβλίο ΙΙ: Μυϊκό σύστημα, Περιφερικό κυκλοφορικό σύστημα, Περιφερικό νευρικό σύστημα και Οδηγός ανατομικών παρασκευών, Ιατρικές εκδόσεις Λίτσας, Αθήνα 2002, σ. 53–55.